Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφορισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μαθηματικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφορίζω, η εννοιολογική ή τεχνική πράξη με την οποία κάτι διακρίνεται, αποσπάται ή αποκτά ιδιαίτερα γνωρίσματα σε σχέση με κάτι άλλο, είτε ως διαδικασία είτε ως αποτέλεσμα Βικιλεξικό
  2. ηλεκτρονικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφορίζω, η εννοιολογική ή τεχνική πράξη με την οποία κάτι διακρίνεται, αποσπάται ή αποκτά ιδιαίτερα γνωρίσματα σε σχέση με κάτι άλλο, είτε ως διαδικασία είτε ως αποτέλεσμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαφορισμός < διαφορίζω + -μός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική differentiation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαφορισμόςδιαφορισμοί
Γενικήδιαφορισμούδιαφορισμών
Αιτιατικήδιαφορισμόδιαφορισμούς
Κλητικήδιαφορισμέδιαφορισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →