διαφορισμός
•
- μαθηματικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφορίζω, η εννοιολογική ή τεχνική πράξη με την οποία κάτι διακρίνεται, αποσπάται ή αποκτά ιδιαίτερα γνωρίσματα σε σχέση με κάτι άλλο, είτε ως διαδικασία είτε ως αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- ηλεκτρονικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφορίζω, η εννοιολογική ή τεχνική πράξη με την οποία κάτι διακρίνεται, αποσπάται ή αποκτά ιδιαίτερα γνωρίσματα σε σχέση με κάτι άλλο, είτε ως διαδικασία είτε ως αποτέλεσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφορισμός < διαφορίζω + -μός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική differentiation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφορισμός | διαφορισμοί |
| Γενική | διαφορισμού | διαφορισμών |
| Αιτιατική | διαφορισμό | διαφορισμούς |
| Κλητική | διαφορισμέ | διαφορισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →