διαφοροδιάγνωση
•
- ιατρικήη συστηματική αξιολόγηση κλινικών ή άλλων διαγνωστικών δεδομένων με σκοπό να αποκλειστούν εναλλακτικές παθήσεις ή καταστάσεις και να τεκμηριωθεί η πλέον πιθανή αιτία των παρατηρούμενων συμπτωμάτων Βικιλεξικό
- Τέλος ιδιαίτερα σημαντική φαίνεται να είναι η διαφοροδιάγνωση της διαταραχής αυτιστικού φάσματος με την Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής –υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ). Οι δυο διαταραχές μοιράζονται ένα κοινό ψυχιατρικό προφίλ ενώ ακόμη υπάρχει συμπεριφορική, βιολογική και νευροψυχολογική επικάλυψη μεταξύ τους. Και στις δύο εμφανίζονται ελλείμματα στην κοινωνική συμπεριφορά και αλληλεπίδραση, αλλά και στον τρόπο επικοινωνίας με τους γύρω τους.
Ετυμολογία
διαφοροδιάγνωση < διάφορος + -ο- + διάγνωση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική differential diagnosis)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφοροδιάγνωση | διαφοροδιαγνώσεις |
| Γενική | διαφοροδιάγνωσης | διαφοροδιαγνώσεων |
| Αιτιατική | διαφοροδιάγνωση | διαφοροδιαγνώσεις |
| Κλητική | διαφοροδιάγνωση | διαφοροδιαγνώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →