Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφοροποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφοροποιώ Βικιλεξικό
    • Τις διαφοροποιήσεις αυτές των μελετητών ο Dray τις συνοψίζει, κάπως σχηματικά είναι η αλήθεια, μεταξύ δύο πόλων: του θετικισμού και του ιδεαλισμού ή, αργότερα, του αντικειμενισμού και του σχετικισμού. Κάθε πόλος παρουσιάζει τις δικές του κλίμακες γενίκευσης και απόκλισης και το δικό του οπλοστάσιο επιχειρημάτων που εμφανίζονται διαδοχικά. (από άρθρο στο ένθετο "Βιβλιοθηκη" της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 15 Φεβρουαρίου 2008)

Ετυμολογία

διαφοροποίηση < διαφοροποιώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαφοροποίησηδιαφοροποιήσεις
Γενικήδιαφοροποίησηςδιαφοροποιήσεων
Αιτιατικήδιαφοροποίησηδιαφοροποιήσεις
Κλητικήδιαφοροποίησηδιαφοροποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →