διαφραγματικός
•
- που έχει σχέση με το διάφραγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφραγματικός < διάφραγμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφραγματικός | διαφραγματική | διαφραγματικό |
| Γενική | διαφραγματικού | διαφραγματικής | διαφραγματικού |
| Αιτιατική | διαφραγματικό | διαφραγματική | διαφραγματικό |
| Κλητική | διαφραγματικέ | διαφραγματική | διαφραγματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφραγματικοί | διαφραγματικές | διαφραγματικά |
| Γενική | διαφραγματικών | διαφραγματικών | διαφραγματικών |
| Αιτιατική | διαφραγματικούς | διαφραγματικές | διαφραγματικά |
| Κλητική | διαφραγματικοί | διαφραγματικές | διαφραγματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →