Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφραγματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το διάφραγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαφραγματικός < διάφραγμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφραγματικόςδιαφραγματικήδιαφραγματικό
Γενικήδιαφραγματικούδιαφραγματικήςδιαφραγματικού
Αιτιατικήδιαφραγματικόδιαφραγματικήδιαφραγματικό
Κλητικήδιαφραγματικέδιαφραγματικήδιαφραγματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφραγματικοίδιαφραγματικέςδιαφραγματικά
Γενικήδιαφραγματικώνδιαφραγματικώνδιαφραγματικών
Αιτιατικήδιαφραγματικούςδιαφραγματικέςδιαφραγματικά
Κλητικήδιαφραγματικοίδιαφραγματικέςδιαφραγματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →