διαχέω
•
- σκορπίζω, διασκορπίζω Βικιλεξικό
- διαχέονται οι ακτίνες του φωτός
- άλλες μορφές: διαχύνω
Ετυμολογία
διαχέω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαχέω (διασκορπίζω) < δια- + χέω
Άλλοι τύποι
διέχυσαδιαχέομαιδιαχυμένοςδιαχύθηκαδιαχύσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →