διαχειρισιμότητα
•
- λόγιοη ικανότητα του διαχειρίσιμου, το να είναι κάποιος διαχειρίσιμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαχειρισιμότητα < διαχειρίσιμ(ος) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαχειρισιμότητα | διαχειρισιμότητες |
| Γενική | διαχειρισιμότητας | διαχειρισιμοτήτων |
| Αιτιατική | διαχειρισιμότητα | διαχειρισιμότητες |
| Κλητική | διαχειρισιμότητα | διαχειρισιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →