διαχωρισμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαχωρίζω Βικιλεξικό
- Ο διαχωρισμός των πολιτών σε ενοικιαστές γης και ενοικιαστές υποστατικών έγινε γιατί ο νόμος προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τη στενότητα στέγης προστατεύοντας τους πολίτες από εκμετάλλευση (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 9, 1991, σελ. 5658)
Ετυμολογία
διαχωρισμός < ελληνιστική κοινή διαχωρισμός < αρχαία ελληνική διαχωρίζω < διά + χωρίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαχωρισμός | διαχωρισμοί |
| Γενική | διαχωρισμού | διαχωρισμών |
| Αιτιατική | διαχωρισμό | διαχωρισμούς |
| Κλητική | διαχωρισμέ | διαχωρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →