διαψεύδομαι
•
- με διαψεύδουν Βικιλεξικό
- βγαίνω ψεύτης Βικιλεξικό
- δε βγαίνω αληθινός, δεν υλοποιούμαι, προδίδομαι, εξαπατώμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαψεύδομαι < αρχαία ελληνική διαψεύδομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαψεύδομαι | διαψεύδεσαι | διαψεύδεται | διαψευδόμαστε | διαψεύδεστε | διαψεύδονται |
| Παρατατικός | διαψευδόμουν / διαψευδόμουνα | διαψευδόσουν / διαψευδόσουνα | διαψευδόταν / διαψευδότανε | διαψευδόμασταν / διαψευδόμαστε | διαψευδόσασταν / διαψευδόσαστε | διαψευδόντουσαν / διαψεύδονταν |
| Αόριστος | διαψεύστηκα | διαψεύστηκες | διαψεύστηκε | διαψευστήκαμε | διαψευστήκατε | διαψευστήκαν / διαψευστήκανε / διαψεύστηκαν |
| Μέλλοντας | θα διαψευστώ / θα διαψεύδομαι | θα διαψευστείς / θα διαψεύδεσαι | θα διαψευστεί / θα διαψεύδεται | θα διαψευδόμαστε / θα διαψευστούμε | θα διαψευστείτε / θα διαψεύδεστε | θα διαψευστούν / θα διαψευστούνε / θα διαψεύδονται |
| Παρακείμενος | έχω διαψευστεί | έχεις διαψευστεί | έχει διαψευστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαψευστεί | είχες διαψευστεί | είχε διαψευστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαψευστεί / να διαψευστώ / να διαψεύδομαι | να έχεις διαψευστεί / να διαψευστείς / να διαψεύδεσαι | να έχει διαψευστεί / να διαψευστεί / να διαψεύδεται | να διαψευδόμαστε / να διαψευστούμε | να διαψευστείτε / να διαψεύδεστε | να διαψευστούν / να διαψευστούνε / να διαψεύδονται |
| Προστακτική | — | διαψεύδου / διαψεύσου | — | — | διαψευστείτε / διαψεύδεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →