Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαύγαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επιστημονικός όροςη ελεγχόμενη φυσική ή χημική διεργασία με την οποία αφαιρούνται αιωρούμενα σωματίδια από ένα υγρό, ώστε να αυξηθεί η οπτική του καθαρότητα Βικιλεξικό
  2. ιατρικήη απεικονιστικά ανιχνεύσιμη μεταβολή ιστού ή οστού που αποδίδεται ως περιοχή μειωμένης πυκνότητας σε διαγνωστική εξέταση Βικιλεξικό
  3. φιλοσοφίαη νοητική διαδικασία με την οποία το υποκείμενο καθιστά ρητό και κατανοητό το περιεχόμενο της σκέψης του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαύγαση < ελληνιστική κοινή διαυγάζω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική clarification)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαύγασηδιαυγάσεις
Γενικήδιαύγασηςδιαυγάσεων
Αιτιατικήδιαύγασηδιαυγάσεις
Κλητικήδιαύγασηδιαυγάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →