διαύγαση
•
- επιστημονικός όροςη ελεγχόμενη φυσική ή χημική διεργασία με την οποία αφαιρούνται αιωρούμενα σωματίδια από ένα υγρό, ώστε να αυξηθεί η οπτική του καθαρότητα Βικιλεξικό
- ιατρικήη απεικονιστικά ανιχνεύσιμη μεταβολή ιστού ή οστού που αποδίδεται ως περιοχή μειωμένης πυκνότητας σε διαγνωστική εξέταση Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαη νοητική διαδικασία με την οποία το υποκείμενο καθιστά ρητό και κατανοητό το περιεχόμενο της σκέψης του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαύγαση < ελληνιστική κοινή διαυγάζω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική clarification)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαύγαση | διαυγάσεις |
| Γενική | διαύγασης | διαυγάσεων |
| Αιτιατική | διαύγαση | διαυγάσεις |
| Κλητική | διαύγαση | διαυγάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →