διβάνιον
•
- καθαρεύουσατο διβάνι, όπως η μεσαιωνική ελληνική ντιβάνι Βικιλεξικό
- καθαρεύουσατο έπιπλο ντιβάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →