διβουλία
•
- το να είναι κάποιος δίβουλος, η ιδιότητα του δίβουλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διβουλία < δίβουλος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διβουλία | διβουλίες |
| Γενική | διβουλίας | διβουλιών |
| Αιτιατική | διβουλία | διβουλίες |
| Κλητική | διβουλία | διβουλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →