Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διγαμία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κοινωνιολογία, (θρησκεία), (νομικός όρος): οικογενειακή παρούσα κατάσταση κατά την οποία κάποιος έχει δύο συζύγους, είναι παντρεμένος με δύο άτομα ταυτόχρονα Βικιλεξικό
  2. η απόκτηση δεύτερου συζύγου, η κατάληξη στην παραπάνω κατάσταση, χωρίς να έχει λυθεί ο πρώτος γάμος Βικιλεξικό
    • η διγαμία θεωρείται έγκλημα στις περισσότερες δυτικές χώρες και προσβάλλεται από δύο μονοθεϊστικές θρησκείες
    • Αδίκημα διγαμίας ὑπάρχει, καὶ ἂν ὁ δεύτερος γάμος ὑπόκειται δι' ἄλλους λόγους εἰς ἀκύρωσιν (Δικαστικοί νόμοι της Ελλάδος, τόμος 2, 1897, σελ. 554)

Ετυμολογία

διγαμία < δις + γάμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιγαμίαδιγαμίες
Γενικήδιγαμίαςδιγαμιών
Αιτιατικήδιγαμίαδιγαμίες
Κλητικήδιγαμίαδιγαμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →