διγενής
•
- αυτός που κρατά από δύο γενιές, έχει δύο εθνικότητες Βικιλεξικό
- στη γραμματική, τα ονόματα (επίθετα και ουσιαστικά) που έχουν δύο γένη (όπως ο, η βλαξ, που είναι διγενές και μονοκατάληκτο, ο μαθητής και η μαθήτρια, που είναι διγενές και δικατάληκτο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διγενής < δις (δύο) + γένος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διγενής | διγενής | διγενές |
| Γενική | διγενούς | διγενούς | διγενούς |
| Αιτιατική | διγενή | διγενή | διγενές |
| Κλητική | διγενή / διγενής | διγενής | διγενές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διγενείς | διγενείς | διγενή |
| Γενική | διγενών | διγενών | διγενών |
| Αιτιατική | διγενείς | διγενείς | διγενή |
| Κλητική | διγενείς | διγενείς | διγενή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →