Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διδάξιμος

/ðiˈða.ksi.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να διδαχθεί Βικιλεξικό
    • Θεμελιώδες Σωκρατικό ερώτημα αποτελεί το αν η ουσιώδης-θεμελιακή γνώση είναι διδάξιμη.

Ετυμολογία

διδάξιμος < (διδάσκω) διδαξ- + -ιμος. Δείτε και την αρχαία ελληνική δίδαξις

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιδάξιμοςδιδάξιμηδιδάξιμο
Γενικήδιδάξιμουδιδάξιμηςδιδάξιμου
Αιτιατικήδιδάξιμοδιδάξιμηδιδάξιμο
Κλητικήδιδάξιμεδιδάξιμηδιδάξιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιδάξιμοιδιδάξιμεςδιδάξιμα
Γενικήδιδάξιμωνδιδάξιμωνδιδάξιμων
Αιτιατικήδιδάξιμουςδιδάξιμεςδιδάξιμα
Κλητικήδιδάξιμοιδιδάξιμεςδιδάξιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →