διδύμιο
•
- ανατομίακαθεμιά από τις τέσσερες περίπου στρογγυλές εξοχές στον μέσο εγκέφαλο Βικιλεξικό
- βιολογίαγένος σαπρόφυτων Βικιλεξικό
- είδος σπάνιας γης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διδύμιο < ελληνιστική κοινή διδύμια < διδύμιος < αρχαία ελληνική δίδυμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διδύμιο | διδύμια |
| Γενική | διδυμίου / διδύμιου | διδυμίων / διδύμιων |
| Αιτιατική | διδύμιο | διδύμια |
| Κλητική | διδύμιο | διδύμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →