διεγερσιμότητα
•
- το να μπορεί κάποιος να διεγερθεί, η ικανότητα κάποιου να διεγείρεται Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: εγερσιμότητα
Ετυμολογία
διεγερσιμότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διεγερσιμότης < δι- + (ελληνιστική κοινή) ἐγέρσιμος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική excitabilité). Συγχρονικά αναλύεται σε διεγέρσιμ(ος) + -ότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διεγερσιμότητα | διεγερσιμότητες |
| Γενική | διεγερσιμότητας | διεγερσιμοτήτων |
| Αιτιατική | διεγερσιμότητα | διεγερσιμότητες |
| Κλητική | διεγερσιμότητα | διεγερσιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →