διεθνίστρια
•
- θηλυκό του διεθνιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεθνίστρια < διεθν(ιστής) + κατάληξη θηλυκού -ίστρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διεθνίστρια | διεθνίστριες |
| Γενική | διεθνίστριας | διεθνιστριών |
| Αιτιατική | διεθνίστρια | διεθνίστριες |
| Κλητική | διεθνίστρια | διεθνίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →