διεθνικότητα
•
- η ιδιότητα του διεθνικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεθνικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διεθνικ(ότης) + -ότητα < διεθνικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διεθνικότητα | διεθνικότητες |
| Γενική | διεθνικότητας | διεθνικοτήτων |
| Αιτιατική | διεθνικότητα | διεθνικότητες |
| Κλητική | διεθνικότητα | διεθνικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →