διεθνιστής
•
- γενικότεραοπαδός του διεθνισμού Βικιλεξικό
- ειδικότεραοπαδός του μαρξιστικού διεθνισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεθνιστής < διεθν(ής) + -ιστής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική internationaliste. Δείτε δι- (δια-), έθνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διεθνιστής | διεθνιστές |
| Γενική | διεθνιστή | διεθνιστών |
| Αιτιατική | διεθνιστή | διεθνιστές |
| Κλητική | διεθνιστή | διεθνιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →