διεθνολόγος
•
- επάγγελμαπολιτικός επιστήμονας που ειδικεύεται σε ζητήματα της διεθνούς πολιτικής και των διεθνών σχέσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεθνολόγος < διεθν(ής) + -ο- + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διεθνολόγος | διεθνολόγοι |
| Γενική | διεθνολόγου | διεθνολόγων |
| Αιτιατική | διεθνολόγο | διεθνολόγους |
| Κλητική | διεθνολόγε | διεθνολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →