διεθνοποιούμαι
•
- παίρνω διεθνείς διαστάσεις, ξεφεύγω από τα σύνορα μιας χώρας Βικιλεξικό
- το πρόβλημα του ιού έμπολα διεθνοποιήθηκε επειδή πλέον Αμερικανοι και Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται ότι μπορεί να περάσει τα σύνορά τους
Ετυμολογία
διεθνοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος διεθνοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διεθνοποιούμαι | διεθνοποιείσαι | διεθνοποιείται | διεθνοποιούμαστε | διεθνοποιείστε | διεθνοποιούνται |
| Παρατατικός | διεθνοποιούμουν | διεθνοποιούσουν | διεθνοποιούνταν | διεθνοποιούμασταν / διεθνοποιούμαστε | διεθνοποιούσασταν / διεθνοποιούσαστε | διεθνοποιούνταν |
| Αόριστος | διεθνοποιήθηκα | διεθνοποιήθηκες | διεθνοποιήθηκε | διεθνοποιηθήκαμε | διεθνοποιηθήκατε | διεθνοποιήθηκαν / διεθνοποιηθήκαν / διεθνοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα διεθνοποιηθώ / θα διεθνοποιούμαι | θα διεθνοποιείσαι / θα διεθνοποιηθείς | θα διεθνοποιείται / θα διεθνοποιηθεί | θα διεθνοποιηθούμε / θα διεθνοποιούμαστε | θα διεθνοποιείστε / θα διεθνοποιηθείτε | θα διεθνοποιηθούν / θα διεθνοποιηθούνε / θα διεθνοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω διεθνοποιηθεί | έχεις διεθνοποιηθεί | έχει διεθνοποιηθεί | έχουμε διεθνοποιηθεί | έχετε διεθνοποιηθεί | έχουν διεθνοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα διεθνοποιηθεί | είχες διεθνοποιηθεί | είχε διεθνοποιηθεί | είχαμε διεθνοποιηθεί | είχατε διεθνοποιηθεί | είχαν διεθνοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω διεθνοποιηθεί / να διεθνοποιηθώ / να διεθνοποιούμαι | να έχεις διεθνοποιηθεί / να διεθνοποιείσαι / να διεθνοποιηθείς | να έχει διεθνοποιηθεί / να διεθνοποιείται / να διεθνοποιηθεί | να έχουμε διεθνοποιηθεί / να διεθνοποιηθούμε / να διεθνοποιούμαστε | να έχετε διεθνοποιηθεί / να διεθνοποιείστε / να διεθνοποιηθείτε | να έχουν διεθνοποιηθεί / να διεθνοποιηθούν / να διεθνοποιηθούνε / να διεθνοποιούνται |
| Προστακτική | — | διεθνοποιήσου | — | — | διεθνοποιείστε / διεθνοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →