Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεκδίκηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεκδικώ Βικιλεξικό
    • το επαναλαμβανόμενο «αποδεδειγμένα εκδίδομαι επί περιουσιακώ ανταλλάγματι εις πλείονας άνδρας» που συνοδεύει τις αιτήσεις των γυναικών προς τις αστυνομικές αρχές δείχνει την απόσταση που έχει διανυθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ΄60 μέχρι τις ημέρες μας όπου η διεκδίκηση δικαιωμάτων από sex-εργάτες/εργάτριες μοιάζει μια καθημερινή ρουτίνα (Οι «άσεμνες γυναίκες» & οι απείθαρχοι νέοι, εφημ. Πρώτο Θέμα, 02/12/2018 Πρώτο Θέμα

Ετυμολογία

διεκδίκηση < διεκδικώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιεκδίκησηδιεκδικήσεις
Γενικήδιεκδίκησηςδιεκδικήσεων
Αιτιατικήδιεκδίκησηδιεκδικήσεις
Κλητικήδιεκδίκησηδιεκδικήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →