Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεκδικήτρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διεκδικητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διεκδικήτρια < διεκδικητής + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιεκδικήτριαδιεκδικήτριες
Γενικήδιεκδικήτριαςδιεκδικητριών
Αιτιατικήδιεκδικήτριαδιεκδικήτριες
Κλητικήδιεκδικήτριαδιεκδικήτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →