διελέγχω
•
- λόγιοελέγχω εξονυχιστικά και ανασκευάζω ή αποδεικνύω κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διελέγχω < αρχαία ελληνική διελέγχω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διελέγχω | διελέγχεις | διελέγχει | διελέγχουμε | διελέγχετε | διελέγχουν / διελέγχουνε |
| Παρατατικός | διέλεγχα | διέλεγχες | διέλεγχε | διελέγχαμε | διελέγχατε | διέλεγχαν / διελέγχαν / διελέγχανε |
| Αόριστος | διέλεγξα | διέλεγξες | διέλεγξε | διελέγξαμε | διελέγξατε | διέλεγξαν / διελέγξαν / διελέγξανε |
| Μέλλοντας | θα διελέγξω / θα διελέγχω | θα διελέγξεις / θα διελέγχεις | θα διελέγξει / θα διελέγχει | θα διελέγξουμε / θα διελέγχουμε | θα διελέγξετε / θα διελέγχετε | θα διελέγξουν / θα διελέγξουνε / θα διελέγχουν / θα διελέγχουνε |
| Παρακείμενος | έχω διελέγξει | έχεις διελέγξει | έχει διελέγξει | έχουμε διελέγξει | έχετε διελέγξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διελέγξει | είχες διελέγξει | είχε διελέγξει | είχαμε διελέγξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διελέγξει / να διελέγξω / να διελέγχω | να έχεις διελέγξει / να διελέγξεις / να διελέγχεις | να έχει διελέγξει / να διελέγξει / να διελέγχει | να έχουμε διελέγξει / να διελέγξουμε / να διελέγχουμε | να έχετε διελέγξει / να διελέγξετε / να διελέγχετε | να διελέγξουν / να διελέγξουνε / να διελέγχουν / να διελέγχουνε |
| Προστακτική | — | διέλεγξε / διέλεγχε | — | — | διελέγξτε / διελέγχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →