διελκυστίνδα
•
- παιχνίδι ανταγωνισμού με σχοινί ή άλλο μηχανισμό, στα άκρα του οποίου βρίσκονται αντίπαλα άτομα ή ομάδες που προσπαθούν, τραβώντας το σχοινί ή το μηχανισμό, να παρασύρουν τον αντίπαλο προς το μέρος τους Βικιλεξικό
- μεταφορικάο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ δύο αντιπάλων για την επικράτηση σε κάποιο χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διελκυστίνδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διελκυστίνδα (επίρρημα που θεωρήθηκε ουσιαστικό) Δείτε και τη σημασία του ουσιαστικού και διά, ἕλκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διελκυστίνδα | διελκυστίνδες |
| Γενική | διελκυστίνδας | διελκυστίνδων |
| Αιτιατική | διελκυστίνδα | διελκυστίνδες |
| Κλητική | διελκυστίνδα | διελκυστίνδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →