διεμβάλλω
•
- διαπερνώ εντελώς κάτι αλλά με αντικείμενο που βρίσκεται ακόμη εντός του• περνάω κάτι μέσα από κάτι άλλο, και η μύτη του βγαίνει από την άλλη μεριά Βικιλεξικό
- περνάω κορδόνι, διεμβολή μεταλλίου-παρασήμου-περιδέραιου κτλ.
- ανασκολοπίζω, ανθρωποδιεμβάλλω
- σπάνιοδιεμβολίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →