διεμβολή
•
- διακριτικό στρατιωτικών στολών, μετά από ηθική αμοιβή / μετάλλιο / διαμνημόνευση αυτού που φέρει το διακριτικό Βικιλεξικό
- Για κάθε νέα απονομή, φέρεται στην ταινία του διασήμου ή στη διεμβολή ένας επάργυρος αστερίσκος, μέχρι του αριθμού των τριών(3) (Κυπριακή Δημοκρατία, Ο περί στρατού της Δημοκρατίας νόμος, Κανονισμοί δυνάμει του άρθρου 27, Περί Διαμνημονεύσεων του Στρατού της Δημοκρατίας (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2008 http://www.cylaw.org/KDP/data/2008_1_224.pdf)
- αποτέλεσμα του διεμβολίζω Βικιλεξικό
- το να περνά κάτι μέσα από κάτι άλλο και να βγαίνει από την άλλη μεριά η άκρη του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεμβολή < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διεμβολή | διεμβολές |
| Γενική | διεμβολής | διεμβολών |
| Αιτιατική | διεμβολή | διεμβολές |
| Κλητική | διεμβολή | διεμβολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →