διεξάγομαι
•
- γίνομαι, βρίσκομαι σε κάποια διαδικασία ολοκλήρωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεξάγομαι < (ελληνιστική κοινή), παθητική φωνή του ρήματος διεξάγω < διά + αρχαία ελληνική ἐξάγω < ἐξ + ἄγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →