Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεπαφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει σε διεπαφή, που έχει σχέση με διεπαφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διεπαφικός < διεπαφή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεπαφικόςδιεπαφικήδιεπαφικό
Γενικήδιεπαφικούδιεπαφικήςδιεπαφικού
Αιτιατικήδιεπαφικόδιεπαφικήδιεπαφικό
Κλητικήδιεπαφικέδιεπαφικήδιεπαφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεπαφικοίδιεπαφικέςδιεπαφικά
Γενικήδιεπαφικώνδιεπαφικώνδιεπαφικών
Αιτιατικήδιεπαφικούςδιεπαφικέςδιεπαφικά
Κλητικήδιεπαφικοίδιεπαφικέςδιεπαφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →