διεπιστημονικότητα
•
- νεολογισμόςο συνδυασμός δύο ή περισσότερων επιστημονικών κλάδων σε μία δραστηριότητα Βικιλεξικό
- Το τολμηρό άνοιγμα στη διεπιστημονικότητα (τα διπλά, κοινά και «μικρά» πτυχία) διασπά την παραδοσιακή γραμμικότητα και μονοθεματικότητα της εκπαίδευσής μας και καλλιεργεί τις συνέργειες μεταξύ των σχολών, εντός και εκτός Ελλάδας.
Ετυμολογία
διεπιστημονικότητα < διεπιστημονικ(ός) + -ότητα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική interdisciplinarity)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διεπιστημονικότητα | διεπιστημονικότητες |
| Γενική | διεπιστημονικότητας | διεπιστημονικοτήτων |
| Αιτιατική | διεπιστημονικότητα | διεπιστημονικότητες |
| Κλητική | διεπιστημονικότητα | διεπιστημονικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →