διερμηνεύω
•
- κατανοώ και προσπαθώ να εκφράσω (με λόγια ή άλλους τρόπους) ό,τι σκέφτεται ή επιθυμεί κάποιος (που εκπροσωπώ) Βικιλεξικό
- είμαι διερμηνέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διερμηνεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διερμηνεύω < αρχαία ελληνική διά (δι-) + ἑρμηνεύω < ἑρμηνεύς
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διερμηνεύω | διερμηνεύεις | διερμηνεύει | διερμηνεύουμε | διερμηνεύετε | διερμηνεύουν / διερμηνεύουνε |
| Παρατατικός | διερμήνευα | διερμήνευες | διερμήνευε | διερμηνεύαμε | διερμηνεύατε | διερμήνευαν / διερμηνεύαν / διερμηνεύανε |
| Αόριστος | διερμήνευσα | διερμήνευσες | διερμήνευσε | διερμηνεύσαμε | διερμηνεύσατε | διερμήνευσαν / διερμηνεύσαν / διερμηνεύσανε |
| Μέλλοντας | θα διερμηνεύσω / θα διερμηνεύω | θα διερμηνεύεις / θα διερμηνεύσεις | θα διερμηνεύει / θα διερμηνεύσει | θα διερμηνεύουμε / θα διερμηνεύσουμε | θα διερμηνεύετε / θα διερμηνεύσετε | θα διερμηνεύουν / θα διερμηνεύουνε / θα διερμηνεύσουν / θα διερμηνεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διερμηνεύσει | έχεις διερμηνεύσει | έχει διερμηνεύσει | έχουμε διερμηνεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διερμηνεύσει | είχες διερμηνεύσει | είχε διερμηνεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διερμηνεύσει / να διερμηνεύσω / να διερμηνεύω | να έχεις διερμηνεύσει / να διερμηνεύεις / να διερμηνεύσεις | να έχει διερμηνεύσει / να διερμηνεύει / να διερμηνεύσει | να έχουμε διερμηνεύσει / να διερμηνεύουμε / να διερμηνεύσουμε | να διερμηνεύετε / να διερμηνεύσετε | να διερμηνεύουν / να διερμηνεύουνε / να διερμηνεύσουν / να διερμηνεύσουνε |
| Προστακτική | — | διερμήνευε / διερμήνευσε | — | — | διερμηνεύετε / διερμηνεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διερμηνεύθηκαδιερμηνεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →