Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διερώτηση

/ði.eˈɾo.ti.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διερωτώμαι Βικιλεξικό
  2. για τον ναυτικό όρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διερώτηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διερώτη(σις) + -ση < διερωτώμαι < αρχαία ελληνική διερωτάω / διερωτῶ < διά δι- < ἐρωτάω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιερώτησηδιερωτήσεις
Γενικήδιερώτησηςδιερωτήσεων
Αιτιατικήδιερώτησηδιερωτήσεις
Κλητικήδιερώτησηδιερωτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →