διευθυντικός
•
- σχετικός με τον διευθυντή ή τη διεύθυνση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διευθυντικός < διευθυντής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διευθυντικός | διευθυντική | διευθυντικό |
| Γενική | διευθυντικού | διευθυντικής | διευθυντικού |
| Αιτιατική | διευθυντικό | διευθυντική | διευθυντικό |
| Κλητική | διευθυντικέ | διευθυντική | διευθυντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διευθυντικοί | διευθυντικές | διευθυντικά |
| Γενική | διευθυντικών | διευθυντικών | διευθυντικών |
| Αιτιατική | διευθυντικούς | διευθυντικές | διευθυντικά |
| Κλητική | διευθυντικοί | διευθυντικές | διευθυντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →