Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διευρύνω

/ði.eˈvɾi.no/ρήμα
•
  1. διαπλατύνω, πλαταίνω, διανοίγω, μεγαλώνω Βικιλεξικό
    • με τη μελέτη άρχισε να διευρύνει τον κύκλο των γνώσεων του

Ετυμολογία

διευρύνω < (δια-) δι- + ευρύς + -ύνω (ελληνιστική κοινή διευρύνομαι)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιευρύνωδιευρύνειςδιευρύνειδιευρύνουμεδιευρύνετεδιευρύνουν / διευρύνουνε
Παρατατικόςδιευρυνόμουνα / διεύρυναδιευρυνόσουνα / διεύρυνεςδιευρυνότανε / διεύρυνεδιευρύναμεδιευρύνατεδιευρύναν / διευρύνανε / διεύρυναν
Αόριστοςδιεύρυναδιεύρυνεςδιεύρυνεδιευρύναμεδιευρύνατεδιευρύναν / διευρύνανε / διεύρυναν
Μέλλονταςθα διευρύνωθα διευρύνειςθα διευρύνειθα διευρύνουμεθα διευρύνετεθα διευρύνουν / θα διευρύνουνε
Παρακείμενοςέχω διευρύνειέχεις διευρύνειέχει διευρύνειέχουμε διευρύνειέχετε διευρύνειέχουν διευρύνει
Υπερσυντέλικοςείχα διευρύνειείχες διευρύνειείχε διευρύνειείχαμε διευρύνειείχατε διευρύνειείχαν διευρύνει
Υποτακτικήνα έχω διευρύνει / να διευρύνωνα έχεις διευρύνει / να διευρύνειςνα έχει διευρύνει / να διευρύνεινα έχουμε διευρύνει / να διευρύνουμενα έχετε διευρύνει / να διευρύνετενα έχουν διευρύνει / να διευρύνουν / να διευρύνουνε
Προστακτική—διεύρυνε——διευρύνετε / διευρύντε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιευρύνομαιδιευρύνεσαιδιευρύνεταιδιευρυνόμαστε——
Παρατατικόςδιευρυνόμουνδιευρυνόσουνδιευρυνότανδιευρυνόμασταν / διευρυνόμαστε——
Αόριστοςδιευρύνθηκα—————
Μέλλονταςθα διευρύνομαιθα διευρύνεσαιθα διευρύνεταιθα διευρυνόμαστε——
Υποτακτικήνα διευρύνομαινα διευρύνεσαινα διευρύνεταινα διευρυνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →