διευρύνω
•
- διαπλατύνω, πλαταίνω, διανοίγω, μεγαλώνω Βικιλεξικό
- με τη μελέτη άρχισε να διευρύνει τον κύκλο των γνώσεων του
Ετυμολογία
διευρύνω < (δια-) δι- + ευρύς + -ύνω (ελληνιστική κοινή διευρύνομαι)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διευρύνω | διευρύνεις | διευρύνει | διευρύνουμε | διευρύνετε | διευρύνουν / διευρύνουνε |
| Παρατατικός | διευρυνόμουνα / διεύρυνα | διευρυνόσουνα / διεύρυνες | διευρυνότανε / διεύρυνε | διευρύναμε | διευρύνατε | διευρύναν / διευρύνανε / διεύρυναν |
| Αόριστος | διεύρυνα | διεύρυνες | διεύρυνε | διευρύναμε | διευρύνατε | διευρύναν / διευρύνανε / διεύρυναν |
| Μέλλοντας | θα διευρύνω | θα διευρύνεις | θα διευρύνει | θα διευρύνουμε | θα διευρύνετε | θα διευρύνουν / θα διευρύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω διευρύνει | έχεις διευρύνει | έχει διευρύνει | έχουμε διευρύνει | έχετε διευρύνει | έχουν διευρύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα διευρύνει | είχες διευρύνει | είχε διευρύνει | είχαμε διευρύνει | είχατε διευρύνει | είχαν διευρύνει |
| Υποτακτική | να έχω διευρύνει / να διευρύνω | να έχεις διευρύνει / να διευρύνεις | να έχει διευρύνει / να διευρύνει | να έχουμε διευρύνει / να διευρύνουμε | να έχετε διευρύνει / να διευρύνετε | να έχουν διευρύνει / να διευρύνουν / να διευρύνουνε |
| Προστακτική | — | διεύρυνε | — | — | διευρύνετε / διευρύντε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διευρύνομαι | διευρύνεσαι | διευρύνεται | διευρυνόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | διευρυνόμουν | διευρυνόσουν | διευρυνόταν | διευρυνόμασταν / διευρυνόμαστε | — | — |
| Αόριστος | διευρύνθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα διευρύνομαι | θα διευρύνεσαι | θα διευρύνεται | θα διευρυνόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να διευρύνομαι | να διευρύνεσαι | να διευρύνεται | να διευρυνόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →