διηγηματάκι
•
- υποκοριστικό του διήγημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διηγηματάκι < διήγημα + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διηγηματάκι | διηγηματάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | διηγηματάκι | διηγηματάκια |
| Κλητική | διηγηματάκι | διηγηματάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →