Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διηγηματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το διήγημα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διηγηματικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διηγηματικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιηγηματικόςδιηγηματικήδιηγηματικό
Γενικήδιηγηματικούδιηγηματικήςδιηγηματικού
Αιτιατικήδιηγηματικόδιηγηματικήδιηγηματικό
Κλητικήδιηγηματικέδιηγηματικήδιηγηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιηγηματικοίδιηγηματικέςδιηγηματικά
Γενικήδιηγηματικώνδιηγηματικώνδιηγηματικών
Αιτιατικήδιηγηματικούςδιηγηματικέςδιηγηματικά
Κλητικήδιηγηματικοίδιηγηματικέςδιηγηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →