διηγηματογραφία
•
- η συγγραφή διηγημάτων Βικιλεξικό
- τα διηγήματα μιας εποχής ή ενός τόπου ως σύνολο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διηγηματογραφία < διηγηματογράφος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διηγηματογραφία | διηγηματογραφίες |
| Γενική | διηγηματογραφίας | διηγηματογραφιών |
| Αιτιατική | διηγηματογραφία | διηγηματογραφίες |
| Κλητική | διηγηματογραφία | διηγηματογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →