διηγηματογραφώ
•
- γράφω διήγημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διηγηματογραφώ < διήγημα + -ο- + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διηγηματογραφώ | διηγηματογραφείς | διηγηματογραφεί | διηγηματογραφούμε | διηγηματογραφείτε | διηγηματογραφούν / διηγηματογραφούνε |
| Παρατατικός | διηγηματογραφούσα | διηγηματογραφούσες | διηγηματογραφούσε | διηγηματογραφούσαμε | διηγηματογραφούσατε | διηγηματογραφούσαν / διηγηματογραφούσανε |
| Αόριστος | διηγηματογράφησα | διηγηματογράφησες | διηγηματογράφησε | διηγηματογραφήσαμε | διηγηματογραφήσατε | διηγηματογράφησαν / διηγηματογραφήσαν / διηγηματογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα διηγηματογραφήσω / θα διηγηματογραφώ | θα διηγηματογραφήσεις / θα διηγηματογραφείς | θα διηγηματογραφήσει / θα διηγηματογραφεί | θα διηγηματογραφήσουμε / θα διηγηματογραφούμε | θα διηγηματογραφήσετε / θα διηγηματογραφείτε | θα διηγηματογραφήσουν / θα διηγηματογραφήσουνε / θα διηγηματογραφούν / θα διηγηματογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω διηγηματογραφήσει | έχεις διηγηματογραφήσει | έχει διηγηματογραφήσει | έχουμε διηγηματογραφήσει | έχετε διηγηματογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διηγηματογραφήσει | είχες διηγηματογραφήσει | είχε διηγηματογραφήσει | είχαμε διηγηματογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διηγηματογραφήσει / να διηγηματογραφήσω / να διηγηματογραφώ | να έχεις διηγηματογραφήσει / να διηγηματογραφήσεις / να διηγηματογραφείς | να έχει διηγηματογραφήσει / να διηγηματογραφήσει / να διηγηματογραφεί | να έχουμε διηγηματογραφήσει / να διηγηματογραφήσουμε / να διηγηματογραφούμε | να έχετε διηγηματογραφήσει / να διηγηματογραφήσετε / να διηγηματογραφείτε | να διηγηματογραφήσουν / να διηγηματογραφήσουνε / να διηγηματογραφούν / να διηγηματογραφούνε |
| Προστακτική | — | διηγηματογράφει / διηγηματογράφησε | — | — | διηγηματογραφήστε / διηγηματογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →