Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διημέρευση

/ði.iˈme.ɾef.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διημερεύω Βικιλεξικό
  2. σπάνιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διημερεύω Βικιλεξικό
    • Τα Κέντρα Διημέρευσης και Ημερήσιας Φροντίδας, γνωστά ως ΚΔΗΦ, αποτελούν έναν από τους πιο ουσιαστικούς θεσμούς κοινωνικής φροντίδας για άτομα με αναπηρία στη χώρα μας.

Ετυμολογία

διημέρευση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική διημέρευσις. Μορφολογικά αναλύεται σε διημερεύω + -ση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιημέρευσηδιημερεύσεις
Γενικήδιημέρευσηςδιημερεύσεων
Αιτιατικήδιημέρευσηδιημερεύσεις
Κλητικήδιημέρευσηδιημερεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →