διημέρευση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διημερεύω Βικιλεξικό
- σπάνιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διημερεύω Βικιλεξικό
- Τα Κέντρα Διημέρευσης και Ημερήσιας Φροντίδας, γνωστά ως ΚΔΗΦ, αποτελούν έναν από τους πιο ουσιαστικούς θεσμούς κοινωνικής φροντίδας για άτομα με αναπηρία στη χώρα μας.
Ετυμολογία
διημέρευση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική διημέρευσις. Μορφολογικά αναλύεται σε διημερεύω + -ση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διημέρευση | διημερεύσεις |
| Γενική | διημέρευσης | διημερεύσεων |
| Αιτιατική | διημέρευση | διημερεύσεις |
| Κλητική | διημέρευση | διημερεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →