διηνεκώς
•
- λόγιοεις το διηνεκές, πάντοτε, αιωνίως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διηνεκώς < διηνεκής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
διηνεκώς < διηνεκής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →