Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διηπειρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με δύο ή περισσότερες ηπείρους, τις αφορά ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διηπειρωτικός < δι- + ηπειρωτικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική intercontinental)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιηπειρωτικόςδιηπειρωτικήδιηπειρωτικό
Γενικήδιηπειρωτικούδιηπειρωτικήςδιηπειρωτικού
Αιτιατικήδιηπειρωτικόδιηπειρωτικήδιηπειρωτικό
Κλητικήδιηπειρωτικέδιηπειρωτικήδιηπειρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιηπειρωτικοίδιηπειρωτικέςδιηπειρωτικά
Γενικήδιηπειρωτικώνδιηπειρωτικώνδιηπειρωτικών
Αιτιατικήδιηπειρωτικούςδιηπειρωτικέςδιηπειρωτικά
Κλητικήδιηπειρωτικοίδιηπειρωτικέςδιηπειρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →