διηπειρωτικός
•
- που σχετίζεται με δύο ή περισσότερες ηπείρους, τις αφορά ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διηπειρωτικός < δι- + ηπειρωτικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική intercontinental)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διηπειρωτικός | διηπειρωτική | διηπειρωτικό |
| Γενική | διηπειρωτικού | διηπειρωτικής | διηπειρωτικού |
| Αιτιατική | διηπειρωτικό | διηπειρωτική | διηπειρωτικό |
| Κλητική | διηπειρωτικέ | διηπειρωτική | διηπειρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διηπειρωτικοί | διηπειρωτικές | διηπειρωτικά |
| Γενική | διηπειρωτικών | διηπειρωτικών | διηπειρωτικών |
| Αιτιατική | διηπειρωτικούς | διηπειρωτικές | διηπειρωτικά |
| Κλητική | διηπειρωτικοί | διηπειρωτικές | διηπειρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →