διθύραμβος
•
- ο αρχαίος διθύραμβος προς τιμήν του Διονύσου Βικιλεξικό
- μεταφορικάο έπαινος για κάποιον που γίνεται με έντονα εγκωμιαστικό τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διθύραμβος < αβέβαιης ετυμολογίας. Η αντίστοιχη λέξη της αρχαίας ελληνικής ενδεχομένως να σχετίζεται με τη λέξη ίαμβος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διθύραμβος | διθύραμβοι |
| Γενική | διθυράμβου / διθύραμβου | διθυράμβων |
| Αιτιατική | διθύραμβο | διθυράμβους / διθύραμβους |
| Κλητική | διθύραμβε | διθύραμβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →