Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικάβαλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. προφορικόμηχανάκι ή μοτοσικλέτα στα οποία επιβαίνουν δύο άτομα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικάβαλο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δικάβαλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδικάβαλοδικάβαλα
Γενικήδικάβαλουδικάβαλων
Αιτιατικήδικάβαλοδικάβαλα
Κλητικήδικάβαλοδικάβαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δικάβαλο

επίρρημα
•
  1. προφορικόγια κατάσταση που αφορά μηχανάκι ή μοτοσικλέτα στα οποία επιβαίνουν δύο άτομα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικάβαλο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δικάβαλος

Άλλοι τύποι

δικάβαλαδικάβαλοδικάβαλουδικάβαλων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →