δικάβαλο
•
- προφορικόμηχανάκι ή μοτοσικλέτα στα οποία επιβαίνουν δύο άτομα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικάβαλο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δικάβαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικάβαλο | δικάβαλα |
| Γενική | δικάβαλου | δικάβαλων |
| Αιτιατική | δικάβαλο | δικάβαλα |
| Κλητική | δικάβαλο | δικάβαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →