Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικάταρτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςπου έχει δύο κατάρτια Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδικάταρτο: το ιστιοφόρο με δύο κατάρτια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικάταρτος < (δις) δι- + κατάρτ(ι) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικάταρτοςδικάταρτηδικάταρτο
Γενικήδικάταρτουδικάταρτηςδικάταρτου
Αιτιατικήδικάταρτοδικάταρτηδικάταρτο
Κλητικήδικάταρτεδικάταρτηδικάταρτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικάταρτοιδικάταρτεςδικάταρτα
Γενικήδικάταρτωνδικάταρτωνδικάταρτων
Αιτιατικήδικάταρτουςδικάταρτεςδικάταρτα
Κλητικήδικάταρτοιδικάταρτεςδικάταρτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →