δικάταρτος
•
- ναυτικός όροςπου έχει δύο κατάρτια Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδικάταρτο: το ιστιοφόρο με δύο κατάρτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικάταρτος < (δις) δι- + κατάρτ(ι) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικάταρτος | δικάταρτη | δικάταρτο |
| Γενική | δικάταρτου | δικάταρτης | δικάταρτου |
| Αιτιατική | δικάταρτο | δικάταρτη | δικάταρτο |
| Κλητική | δικάταρτε | δικάταρτη | δικάταρτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικάταρτοι | δικάταρτες | δικάταρτα |
| Γενική | δικάταρτων | δικάταρτων | δικάταρτων |
| Αιτιατική | δικάταρτους | δικάταρτες | δικάταρτα |
| Κλητική | δικάταρτοι | δικάταρτες | δικάταρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →