δικέλλα
•
- δίχηλο (με δυο δόντια) σκαπτικό όργανο για αναστροφή του χώματος κυρίως κήπων και αμπελιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικέλλα < αρχαία ελληνική δίκελλα < δι- + κέλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικέλλα | δικέλλες |
| Γενική | δικέλλας | δικελλών |
| Αιτιατική | δικέλλα | δικέλλες |
| Κλητική | δικέλλα | δικέλλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →