δικαίωση
•
- νομικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δικαιώνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δικαιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικαίωση < αρχαία ελληνική δικαίωσις < δικαιόω / δικαιῶ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική justification)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικαίωση | δικαιώσεις |
| Γενική | δικαίωσης | δικαιώσεων |
| Αιτιατική | δικαίωση | δικαιώσεις |
| Κλητική | δικαίωση | δικαιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →