δικαιολογούμαι
•
- για άνθρωποπροβάλλω δικαιολογίες για πράξη ή παράλειψή μου Βικιλεξικό
- μας έστησες τόση ώρα και μη δικαιολογείσαι - όλοι είναι πολύ εκνευρισμένοι για να σε ακούσουν
- για γεγονός για το οποίο υπάρχει δικαιολογία ή εξήγηση Βικιλεξικό
- δεν δικαιολογείται η αργοπορία του
- για κάτι σχετικά με το οποίο κατατίθεται έγγραφο δικαιολογίας και γίνεται αποδεκτό Βικιλεξικό
- ο μαθητής έχει σημειώσει 20 απουσίες, από τις οποίες οι 18 δικαιολογούνται λόγω ασθένειας
Ετυμολογία
δικαιολογούμαι < παθητική φωνή του ρήματος δικαιολογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δικαιολογούμαι | δικαιολογείσαι | δικαιολογείται | δικαιολογούμαστε | δικαιολογείστε | δικαιολογούνται |
| Παρατατικός | δικαιολογούμουν | δικαιολογούσουν | δικαιολογούνταν | δικαιολογούμασταν / δικαιολογούμαστε | δικαιολογούσασταν / δικαιολογούσαστε | δικαιολογούνταν |
| Αόριστος | δικαιολογήθηκα | δικαιολογήθηκες | δικαιολογήθηκε | δικαιολογηθήκαμε | δικαιολογηθήκατε | δικαιολογήθηκαν / δικαιολογηθήκαν / δικαιολογηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα δικαιολογηθώ / θα δικαιολογούμαι | θα δικαιολογείσαι / θα δικαιολογηθείς | θα δικαιολογείται / θα δικαιολογηθεί | θα δικαιολογηθούμε / θα δικαιολογούμαστε | θα δικαιολογείστε / θα δικαιολογηθείτε | θα δικαιολογηθούν / θα δικαιολογηθούνε / θα δικαιολογούνται |
| Παρακείμενος | έχω δικαιολογηθεί | έχεις δικαιολογηθεί | έχει δικαιολογηθεί | έχουμε δικαιολογηθεί | έχετε δικαιολογηθεί | έχουν δικαιολογηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα δικαιολογηθεί | είχες δικαιολογηθεί | είχε δικαιολογηθεί | είχαμε δικαιολογηθεί | είχατε δικαιολογηθεί | είχαν δικαιολογηθεί |
| Υποτακτική | να έχω δικαιολογηθεί / να δικαιολογηθώ / να δικαιολογούμαι | να έχεις δικαιολογηθεί / να δικαιολογείσαι / να δικαιολογηθείς | να έχει δικαιολογηθεί / να δικαιολογείται / να δικαιολογηθεί | να έχουμε δικαιολογηθεί / να δικαιολογηθούμε / να δικαιολογούμαστε | να έχετε δικαιολογηθεί / να δικαιολογείστε / να δικαιολογηθείτε | να έχουν δικαιολογηθεί / να δικαιολογηθούν / να δικαιολογηθούνε / να δικαιολογούνται |
| Προστακτική | — | δικαιολογήσου | — | — | δικαιολογείστε / δικαιολογηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →