δικαιοσύνη
•
- η αντικειμενική κι αμερόληπτη εφαρμογή και τήρηση των νόμων Βικιλεξικό
- το σύστημα νόμων με το οποίο ένα κράτος και οι ανάλογοι θεσμοί και λειτουργοί εφαρμόζουν το Δίκαιο Βικιλεξικό
- ο προσπορισμός κέρδους από τη χειραγώγηση της μαζικής αφέλειας, είναι από τα πιο ειδεχθή κακουργήματα και παραδόξως εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, δεν τυγχάνει της ανάλογης αντιμετώπισης από τη δικαιοσύνη. Εδώ, το πολύ πολύ, να σε κράξουν στα τηλεοπτικά κατινοδικεία, να γελάσουν μαζί σου (αλλά, πρωτίστως, να γελάσουν με εκείνους που σε πιστεύουν) (Πέτρος Τατσόπουλος, Το όπιο του λαού - Μια ανορθόδοξη προσέγγιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
- η κοινή αντίληψη για το δίκαιο, αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν δίκαιο Βικιλεξικό
- το να απονέμεται στον καθένα αυτό που του αξίζει Βικιλεξικό
- η απουσία ανισοτήτων και αδικίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικαιοσύνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δικαιοσύνη < δίκαιος, θέμα δικαιο- + -σύνη < δίκη. Συγχρονικά αναλύεται σε δίκαι(ος) + -οσύνη.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικαιοσύνη | δικαιοσύνες |
| Γενική | δικαιοσύνης | δικαιοσυνών |
| Αιτιατική | δικαιοσύνη | δικαιοσύνες |
| Κλητική | δικαιοσύνη | δικαιοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →