Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικαιούμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. εκείνος που έχει το δικαίωμα σε κάτι αυτή τη στιγμή ή εν δυνάμει, ανεξαρτήτως του αν θα κάνει χρήση του δικαιώματός του Βικιλεξικό
    • Οι δικαιούμενοι αποζημιώσεως, θα την λάβουν σε πέντε δόσεις
    • Σε περίπτωση που ο δικαιούμενος για την άσκηση του ένδικου μέσου δεν ήταν παρών...
  2. αυτό που κάποιος δικαιούται Βικιλεξικό
    • Η δικαιούμενη άδεια...
    • Τη δικαιούμενη νόμιμη αποζημίωσή του, θα...
    • Ο άνθρωπος ζητάει μόνο τα δικαιούμενά του

Ετυμολογία

δικαιούμενος μετοχή ενεστώτα του δικαιούμαι

Άλλοι τύποι

δικαιούμεναδικαιούμενεδικαιούμενεςδικαιούμενηδικαιούμενηςδικαιούμενοδικαιούμενοιδικαιούμενοςδικαιούμενος,η,οδικαιούμενουδικαιούμενουςδικαιούμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →