δικαιούμενος
•
- εκείνος που έχει το δικαίωμα σε κάτι αυτή τη στιγμή ή εν δυνάμει, ανεξαρτήτως του αν θα κάνει χρήση του δικαιώματός του Βικιλεξικό
- Οι δικαιούμενοι αποζημιώσεως, θα την λάβουν σε πέντε δόσεις
- Σε περίπτωση που ο δικαιούμενος για την άσκηση του ένδικου μέσου δεν ήταν παρών...
- αυτό που κάποιος δικαιούται Βικιλεξικό
- Η δικαιούμενη άδεια...
- Τη δικαιούμενη νόμιμη αποζημίωσή του, θα...
- Ο άνθρωπος ζητάει μόνο τα δικαιούμενά του
Ετυμολογία
δικαιούμενος μετοχή ενεστώτα του δικαιούμαι
Άλλοι τύποι
δικαιούμεναδικαιούμενεδικαιούμενεςδικαιούμενηδικαιούμενηςδικαιούμενοδικαιούμενοιδικαιούμενοςδικαιούμενος,η,οδικαιούμενουδικαιούμενουςδικαιούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →