δικαιωματικός
•
- που προκύπτει από κάποιο δικαίωμα ή το αφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικαιωματικός < δικαίωμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικαιωματικός | δικαιωματική | δικαιωματικό |
| Γενική | δικαιωματικού | δικαιωματικής | δικαιωματικού |
| Αιτιατική | δικαιωματικό | δικαιωματική | δικαιωματικό |
| Κλητική | δικαιωματικέ | δικαιωματική | δικαιωματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικαιωματικοί | δικαιωματικές | δικαιωματικά |
| Γενική | δικαιωματικών | δικαιωματικών | δικαιωματικών |
| Αιτιατική | δικαιωματικούς | δικαιωματικές | δικαιωματικά |
| Κλητική | δικαιωματικοί | δικαιωματικές | δικαιωματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →