Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικαιωματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκύπτει από κάποιο δικαίωμα ή το αφορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικαιωματικός < δικαίωμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικαιωματικόςδικαιωματικήδικαιωματικό
Γενικήδικαιωματικούδικαιωματικήςδικαιωματικού
Αιτιατικήδικαιωματικόδικαιωματικήδικαιωματικό
Κλητικήδικαιωματικέδικαιωματικήδικαιωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικαιωματικοίδικαιωματικέςδικαιωματικά
Γενικήδικαιωματικώνδικαιωματικώνδικαιωματικών
Αιτιατικήδικαιωματικούςδικαιωματικέςδικαιωματικά
Κλητικήδικαιωματικοίδικαιωματικέςδικαιωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →